Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Κυριακάτικος Τύπος: Πρώτο βήμα η παραδοχή του προβλήματος...

Ο κυριακάτικος Τύπος αποτελεί την ατμομηχανή του παραδοσιακού Τύπου, χωρίς καμία αμφιβολία. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν οδηγεί τον τελευταίο στη Γη της Επαγγελίας ή της...απαξίωσης. Για το ζήτημα αυτό έχουν ακουστεί και γραφτεί πολλά τα τελευταία χρόνια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η απάντηση δεν είναι απλή. ΄Εχω την αίσθηση ότι μοιάζει λίγο με το αυγό του Κολόμβου. Προσωπική μου άποψη είναι ότι ο κυριακάτικος Τύπος αποτελεί ευχή και ταυτόχρονα κατάρα για τον παραδοσιακό Τύπο. Ευχή, γιατί με τον θεματολογικό του πλούτο απευθύνεται στο σύνολο μιας τυπικής ελληνικής οικογένειας και κατάρα γιατί με τις χωρίς μέτρο προσφορές του (DVD, CD, αξεσουάρ, κασκόλ, ομπρέλες, καπέλα, μπρελόκ, γραβάτες κ.α.) οδήγησε κάποιες εφημερίδες στην απώλεια της φυσιογνωμίας τους, προκαλώντας τους κρίσης ταυτότητας. Κρίση που φυσικά έγινε αντιληπτή από τους αναγνώστες, οι οποίοι -για κάποιες τουλάχιστον από αυτές-, έπραξαν...τα δέοντα, γυρίζοντάς τους την πλάτη. Στις 29 Ιουνίου του 2008 ο εβδομαδιαίος μέσος όρος κυκλοφορίας των κυριακάτικων εφημερίδων έπεσε κάτω από τα 900.000, σε μια περίοδο που ο κόσμος δεν είχε φύγει ακόμα για διακοπές. Πριν από εκείνη την ημερομηνία, η τελευταία φορά που ο μέσος όρος τους έπεσε κάτω από το ψυχολογικό όριο των 900.000 φύλλων ήταν η 1η Ιανουαρίου 2005.
Η λύση είναι απλή: Να παραδεχθούν οι κυριακάτικες εφημερίδες το πρόβλημα –κάποιες από αυτές υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα – να αξιολογούν ορθολογικά τις προσφορές (εάν αρμόζουν στη φυσιογνωμία της εφημερίδας και αν έχουν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στους αναγνώστες) και να δώσουν μεγαλύτερη βαρύτητα στο δημοσιογραφικό περιεχόμενο. Οι εφημερίδες δεν θα έχουν ποτέ την αμεσότητα και τη δύναμη της τηλεόρασης. Γι’ αυτό ακριβώς και θα πρέπει να σχεδιάζονται όχι με στόχο να ανταγωνιστούν αυτή, αλλά να πάνε την ενημέρωση και την ψυχαγωγία ένα βήμα παραπέρα. Τον τρόπο τον ξέρουν. Το θέμα είναι εάν θέλουν να επενδύσουν σε αυτόν ή να προτιμήσουν την εύκολη λύση των προσφορών με τα περιστασιακά οφέλη....

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Μαθήματα ψαρέματος....

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ελληνική αγορά της επικοινωνίας και των media έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό από τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής ύφεσης. Τα νούμερα – που για πολλούς «δεν λένε πάντα την αλήθεια» - δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης. Το 2008 ήταν άσχημη χρονιά τόσο για τον Τύπο (ηλεκτρονικό και έντυπο), όσο και για τις διαφημιστικές εταιρείες, οι οποίες ωστόσο περιόρισαν την πτώση των προ φόρων κερδών τους στο -1,71%. Φέτος η πτώση αυτή αναμένεται να φτάσει το -10% ή και το -15%. Αλλά και στα media η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Το πρώτο εξάμηνο του 2009, η πτώση των εσόδων τους από τη διαφήμιση έχει φτάσει στο -40%, δοκιμάζοντας σε μεγάλο βαθμό τις αντοχές τους. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε: Δεκάδες απολύσεις υπαλλήλων Τύπου (δημοσιογράφοι, τεχνικοί, εμπορικοί κ.α.), κλείσιμο ιστορικών μέσων (Ελεύθερος Τύπος, Auto Motor Und Sport κ.α.), ριζικές περικοπές λειτουργικού κόστους σε τηλεοπτικά κανάλια κ.α. Και να σκεφθεί κανείς ότι ακόμα «η μπίλια γυρίζει». Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί στα ηλεκτρονικά media είναι το γεγονός ότι από τις αρχές του 2009 τα τηλεοπτικά κανάλια αναγκάστηκαν να μειώσουν τα τιμολόγια διαφημίσεων μέχρι και 40%, στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν διαφημιζόμενους, οι οποίοι εγκατέλειπαν την τηλεόραση. Οι διαφημιζόμενοι από την πλευρά τους, αξιοποίησαν την ευκαιρία αυτή, αλλά στην πορεία, τα κανάλια διαπίστωσαν ότι η κίνηση αυτή ήταν δίκοπο μαχαίρι. Κι αυτό γιατί οι διαφημιζόμενοι αγόραζαν περισσότερο διαφημιστικό χρόνο από το 2008, με το ίδιο ή και μικρότερο κόστος. Έτσι, πριν μερικές ημέρες, δύο εκ των μεγαλύτερων τηλεοπτικών δικτύων της χώρας, το Mega και ο ΑΝΤ-1, αποφάσισαν να αυξήσουν τα τιμολόγια διαφημίσεων κατά 80% και 30%, αντίστοιχα. Κι αυτό, στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τις απώλειες εσόδων, που το πρώτο εξάμηνο του 2009 έφτασαν το -25%. Είναι πολύ πιθανόν την κίνησή τους αυτή να ακολουθήσουν και άλλα τηλεοπτικά κανάλια. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι αντοχές των μέσων έχουν πλέον φθάσει στα όριά τους.
Ίδια είναι η κατάσταση και στους μεγάλους διαφημιζόμενους, οι οποίοι έχουν μειώσει την διαφημιστική τους δαπάνη σε ποσοστό 15-20% από το 2008. Χαμένες σε αυτή την περίπτωση είναι οι διαφημιστικές εταιρείες, αλλά και τα λεγόμενα «media specialist agencies», δηλαδή τα agencies που αγοράζουν και πωλούν διαφημιστικό χώρο και χρόνο στα μέσα για λογαριασμό των διαφημιζόμενων. Κάποια από αυτά αντιμετωπίζουν ακόμα και το ενδεχόμενο αναστολής λειτουργίας τους με ότι μπορεί αυτό να σημαίνει για τις ισορροπίες της διαφημιστικής αγοράς. Ήδη τα πρώτα ονόματα έχουν αρχίσει να ακούγονται.
Η πολιτεία από την πλευρά της παρακολουθεί τις εξελίξεις ανήμπορη να αντιδράσει ουσιαστικά και με στρατηγικό πλάνο. Προτάσεις έχουν ακουστεί πολλές. Μια από αυτές αφορά στην ενίσχυση των μέσων με κρατική διαφήμιση από το φθινόπωρο. Μια σοφή κινεζική παροιμία όμως λέει «στον φτωχό μην δώσεις ψάρι, μάθε τον να ψαρεύει». Το κράτος πρέπει να δημιουργήσει τις απαραίτητες δομές και προϋποθέσεις ώστε τα φαινόμενα ανορθόδοξων στρατηγικών λειτουργίας των μέσων και των εταιρειών επικοινωνίας να μειωθούν στο ελάχιστο. Θα πρέπει να δώσει ώθηση στην εφαρμογή των νόμων. Να καταργήσει κάθε παθογένεια του παρελθόντος και να προσφέρει κίνητρα υγιούς ανάπτυξης. Να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να έχουν τα μέσα για να απορροφήσουν κρατική διαφήμιση. Να δώσει κρατική διαφήμιση και στα περιοδικά, όχι μόνο στις εφημερίδες και στην τηλεόραση. Και φυσικά να αγνοήσει το λεγόμενο «πολιτικό κόστος», το οποίο απειλεί πλέον τη συνοχή της ελληνικής δημοκρατίας. Λύσεις υπάρχουν. Για βούληση, δεν είμαι σίγουρος. Και ο χρόνος τελειώνει...

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Περί απαγόρευσης των προεκλογικών δημοσκοπήσεων

Η νέα απαγόρευση των προεκλογικών δημοσκοπήσεων δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς από την κυβέρνηση και ήταν φυσικό να προκαλέσει την αντίδραση του ΣΕΔΕΑ. Κατά τον ΣΕΔΕΑ «η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την ελευθερία στη διακίνηση των πληροφοριών και από τους ενημερωμένους πολίτες αλλά από την ανεξέλεγκτη φημολογία και τη διακίνηση πληροφορίας που δεν υπόκειται σε κανένα νόμο του κράτους και σε κανένα κώδικα δεοντολογίας…».
Η επιχειρηματολογία του ΣΕΔΕΑ εμπλουτίζεται στη συνέχεια και με άλλα επιχειρήματα, όμως υπάρχει μια πτυχή την οποία δεν καλύπτει. Τις συνέπειες τις οποίες έχει η απαγόρευση στην οικονομική χρήση αυτής της πολύτιμης πληροφορίας. Από τη στιγμή που πραγματοποιούνται προεκλογικές δημοσκοπήσεις, οι οποίες όμως δεν ανακοινώνονται δημοσίως, αυτοί που κατέχουν τις σχετικές πληροφορίες έχουν αυτό που ονομάζουμε εσωτερική πληροφόρηση. Η εσωτερική αυτή πληροφόρηση μπορεί να επηρεάσει την πορεία μετοχών ή τη λήψη άλλων επιχειρηματικών αποφάσεων (στην πιο αθώα μορφή της μπορεί για παράδειγμα να αφορά εταιρίες που θα έχουν πολύ διαφορετική πορεία, εξ αιτίας διαφορών στα προγράμματα των κομμάτων, ανάλογα με το ποιος θα κερδίσει τις εκλογές - π.χ. διαφορές μεταξύ κομμάτων που δίνουν μεγάλη έμφαση στην πράσινη ανάπτυξη και άλλων που δεν υιοθετούν αυτή την πολιτική άποψη) και να έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες. Τόσο ώστε να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγών, τόσο πολιτικών όσο και οικονομικών, στη διάρκεια των ημερών ισχύος της απαγόρευσης.
Ο πιο σημαντικός κίνδυνος πάντως, που επισημαίνεται εμμέσως από τον ΣΕΔΕΑ, είναι ότι η απαγόρευση συνεπάγεται τον κίνδυνο παραπληροφόρησης της κοινής γνώμης για τις δημοσκοπήσεις που συνεχίζουν να πραγματοποιούνται (κυρίως από τα κόμματα), στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα. Τα στοιχήματα μεταξύ των αρμοδίων επικεφαλής του πολιτικού σχεδιασμού των μεγάλων κομμάτων, τα υπονοούμενα των μεγαλοπαρουσιαστών των τηλεοπτικών σταθμών, τα παραπολιτικά στις εφημερίδες, είναι τρόποι με τους οποίους γίνεται η διαχείριση αυτής της πληροφορίας. Τρόποι που από τη φύση τους ούτε μπορεί να απαγορευτούν, ούτε και να αποτελέσουν πραγματική πληροφόρηση, μια που όλοι όσοι έχουν τη σχετική πληροφορία και είναι νομικά υποχρεωμένοι να αναφέρονται μόνο εμμέσως σ’ αυτή, συμπεριφέρονται σαν να διακινούν φήμες.
Ο ΣΕΔΕΑ βέβαια στην ανακοίνωσή του δεν αναφέρεται στην κριτική που θα έπρεπε να γίνει και για τον ίδιο τον κλάδο και τον τρόπο με τον οποίο έχουν χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια κάποιες δημοσκοπήσεις, ως εργαλείο όχι αντικειμενικής πληροφόρησης αλλά πολιτικού επηρεασμού της κοινής γνώμης. Γιατί είναι γνωστό ότι σε πολλές περιπτώσεις στα τελευταία χρόνια χρησιμοποιήθηκαν ερωτήσεις με κύριο στόχο τον επηρεασμό της κοινής γνώμης (είτε αναδεικνύοντας επικοινωνιακά συγκεκριμένα θέματα, είτε κατευθύνοντας τους ερωτώμενους - το λεγόμενο επιστημονικά πρόβλημα της μεροληψίας του ερωτηματολογίου), όπως είναι κοινή και η διαπίστωση ότι πολλές φορές οι απαντήσεις στα ερωτηματολόγια δίδονται επιλεκτικά στη δημοσιότητα, ανάλογα με τις πολιτικές προτεραιότητες εκείνου που έχει παραγγείλει τη συγκεκριμένη έρευνα.
Αυτές οι πρακτικές, οι οποίες όλοι γνωρίζουμε ότι είναι υπαρκτές, έχουν βέβαια τη σημασία τους και στην περίοδο που δεν υπάρχουν εκλογές, διαδραματίζουν όμως αποφασιστικό ρόλο στην προεκλογική περίοδο, οπότε μπορεί -σε εκλογές με μικρή διαφορά-, ακόμα και να καθορίσουν τις πολιτικές εξελίξεις.
Είναι λοιπόν ενδεχομένως προς το συμφέρον του κλάδου να επανέλθει με προτάσεις που να θέτουν ένα αυστηρότερο προεκλογικό πλαίσιο, στη βάση πάντα του κώδικα της ESOMAR, με το οποίο να περιορίζονται αυτές οι πρακτικές. Για παράδειγμα να προταθεί ως εναλλακτική λύση, σε σχέση με την απαγόρευση, να επιτρέπονται στη διάρκεια της στενής εκλογικής περιόδου συγκεκριμένες ερωτήσεις –με βάση κοινά αναγνωρισμένες διεθνείς πρακτικές- οι οποίες και μόνο να μπορούν να δημοσιοποιηθούν. Μια τέτοια λύση δεν θα προκαλούσε πολλά από τα προβλήματα της απόλυτης απαγόρευσης, ενώ θα περιόριζε υπαρκτές αδυναμίες που προκύπτουν από τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκαν κάποιες πολιτικές έρευνες τα τελευταία κυρίως χρόνια.