Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Τα παιδιά των λουκουμιών...



Η οικονομική κρίση μας έπιασε όλους, λίγο ως πολύ, στον ύπνο - πάνω που βλέπαμε υπέροχα ευδαιμονικά όνειρα। Και τώρα; Τι θα γίνουμε με τους βαρβάρους;Θα δείξει. Εμάς όμως, που διάγουμε τα -ήντα, μας θυμίζει κάποιες άλλες εποχές, όπου η λιτότητα ήταν τρόπος ζωής και η φτώχια ήθελε καλοπέραση. Και, παρά τη φτώχια, είχαμε και την ντόλτσε βίτα. Τουλάχιστον στη γεύση… Με εκείνα τα ανεπανάληπτα γλυκά του κουταλιού, που με τόση επιμέλεια (και οικονομική σύνεση) ετοίμαζαν οι νοικοκυρές, αλλά κάπου-κάπου και με γλυκά του εμπορίου. Από τις καραμέλλες (ναι, τότε οι καραμέλλες είχαν αξία) και τις σοκολάτες του περιπτέρου, μέχρι τα συσκευασμένα συριανά λουκούμια – από κοντά και οι περίφημες συριανές χαλβαδόπιτες. Μια έξτρα γεύση των συριανών λουκουμιών, ήταν το ότι δεν τα έβρισκες όπου κι όπου. Τις περισσότερες φορές, αυτά συνδυάζονταν με ένα ταξίδι στο Αιγαίο. Τότε, ήταν πολύ συνηθισμένο τα καράβια να συμπεριλαμβάνουν στα δρομολόγιά τους και τη Σύρο – την Ερμούπολη, πιο συγκεκριμένα, πρωτεύουσα των Κυκλάδων κι αρχόντισσα, και φημισμένη για τις γευστικές παραδόσεις της. Δεν προλάβαινε το καράβι να δέσει στο λιμάνι, και το πλησίαζαν με βάρκες οι πωλητές των λουκουμιών, που κατάφερναν να ανέβουν εν ριπή οφθαλμού –κάτι σαν πειρατικό ρεσάλτο– και να διαλαλήσουν το εμπόρευμά τους, που το μετέφεραν σε καλάθια. Μαζί με το εμπόρευμα, διαλαλούσαν και τα ονόματα των παρασκευαστών. Που με τη σειρά τους, είχαν ξεχωριστές θέσεις στον αστερισμό της γλυκύτητας. Κάποιοι υπάρχουν και σήμερα, συνεχίζοντας την παράδοση.
Αλλά και πάλι, τα “ταπεινά” λουκούμια δεν γίνονταν κτήμα όλων των ταξιδιωτών, μιας και τα πενιχρά οικονομικά δεν επέτρεπαν πάντα τέτοιες... ακρότητες. Και τώρα;
Θα επιστρέψουμε στην εποχή των λουκουμιών; Πάνω που είχαμε καλομάθει με εκείνα τα “φρέσκα” γλυκά του ζαχαροπλαστείου; Τουλάχιστον, ας μη φτάσουμε πλήρως: γιατί τότε, αφού απολαμβάναμε και το τελευταίο λουκούμι, κρατούσαμε και το κουτί – για να εξοικομήσουμε και το κόστος αγοράς μιας “θήκης” που όλο και σε κάτι θα χρειαζόταν

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗΣ