Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
Θέλω να γυρίσω στα παλιά...
Θεωρώ "περιουσία" μου το ότι πρόλαβα να ζήσω κάποιες καταστάσεις που δεν υπάρχουν πια, και σας τις μεταφέρω: Η δεκαετία του 50, μετά τον πόλεμο, ήταν πολύ δύσκολη - για όλη την Ευρώπη, μου φαίνεται, αλλά σίγουρα για την Ελλάδα. Οι τότε νέοι εγκατέλειπαν μαζικά τα χωριά τους, τα οποία κόντεψαν να ερημώσουν ή και ερήμωσαν, για να μετεγκατασταθούν στην Αθήνα ή σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα. Τι κατάφεραν; Βρέθηκαν σε μια Βαβυλωνία (σας παραπέμπω στο θεατρικό έργο) και έζησαν καλύτερα, σύμφωνα με μια αντικειμενική θεώρηση, ουσιαστικά όμως δεν ξέρω πόσο καλύτερα. Θυσιάστηκαν για τις επόμενες γενιές, θα έλεγα, δημιουργώντας υποδομές, αλλά οι ίδιοι έζησαν συχνά με την πίκρα ότι ο γείτονας είχε περισσότερα και έδιναν υλικό για εκείνες τις μελοδραματικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Στο χωριό μου (και υποθέτω και στα άλλα χωριά της Ελλάδας, που έμοιαζαν όλα με οικισμούς ΚΑΠΗ) οι εναπομείναντες ζούσαν σε συνθήκες φτώχιας, με σημερινές τιμές αμφιβάλλω αν διέθεταν περισσότερα από 200 ευρώ το μήνα. Όμως, και εδώ είναι το μαγικό: ούτε μαράζωσαν, ούτε έχασαν το χαμόγελό τους. Έμαθαν (ή μάλλον ήξεραν ήδη) να ζουν σε λιτότητα και να εφευρίσκουν τρόπους να περνούν καλά. Ήταν πάντα -αναγκαστικά- πιο κοινωνικοί, αντάλλασσαν επισκέψεις, τα καλοκαίρια κάθονταν εν σειρά στα πεζούλια έξω από τα σπίτια τους και κουβέντιαζαν και τραγουδούσαν, και η βραδινή διασκέδαση ήταν ένας περίπατος στον κεντρικό δρόμο του χωριού, πέρα-δώθε και ξανά και ξανά, όπου έλεγαν καλησπέρες. Ο εκκλησιασμός απηχούσε ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα αλλά αναγόταν και σε μια μορφή κοινωνικού event, και περίμεναν με λαχτάρα τα δυο-τρία πανηγύρια το χρόνο για να γλεντήσουν με την ψυχή τους. Αναγκαστικά δεν τους ένοιαζαν τα σινιέ ρούχα αλλά τους ένοιαζε να είναι καθαρά (και σιδερωμένα με το "βαποράκι") τα μπαλωμένα τους, αναγκαστικά δεν προβληματίζονταν για τι αυτοκίνητο θα αγοράσουν ή τι μοντέλο κινητού, αναγκαστικά δεν μπορούσαν να γεμίσουν τα άδεια σπίτια τους με είδη ντιζάιν. Αλλά σας βεβαιώνω ότι ένα κλωναράκι βασιλικού σε ένα ποτήρι -γιατί χρήματα για ανθοδοχείο δεν υπήρχαν- ήταν πανέμορφο.
Δεν θέλω να πω ότι ήταν όλα ειδυλλιακά, ειδικά αν έρχονταν ζόρικες καταστάσεις όπου το χρήμα ήταν πια απαραίτητο όχι για λόγους ματαιοδοξίας αλλά για λόγους ανάγκης, όμως χωρίς να το συνειδητοποιούν, ίσως, ζούσαν στο μεγαλείο της απλότητας. Πιθανότατα καλύτερα από τους μετανάστες που εξορίζονταν σε μακρινές συνοικίες της πόλης και ακόμα πιο πέρα (πρόλαβα τα Βριλήσσια σχεδόν ακατοίκητα) και που θλίβονταν με τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. Και οι μετανάστες, ωστόσο, ξέροντας από τα παιδικά τους για οικονομικούς περιορισμούς, έβρισκαν τις δικές τους λύσεις. Με τα σινεμαδάκια, τις ταβερνούλες και τα πάρτυ ρεφενέ. Απλά και ανθρώπινα, που άφηναν τελικά ένα συναίσθημα ικανοποίησης και πληρότητας.
Η δική μου γενιά μπορεί να στερήθηκε πράγματα στα παιδικά της χρόνια, όμως όταν ήρθε η σειρά μας να δουλέψουμε η οικονομία είχε στρώσει και οι συνθήκες ήταν καλές. Πήραμε πολύ μεγαλύτερους μισθούς από τους πατεράδες μας, πιστέψαμε πως πιάσαμε την καλή για πάντα και αυτήν την πεποίθηση μεταδώσαμε στις επόμενες γενιές - σφάλμα. Μείναμε σε καλύτερα σπίτια, αποκτήσαμε αυτοκίνητο, μάθαμε ξαφνικά να πίνουμε ουίσκυ, βγαίναμε τα βράδια, θέλαμε κοσμοπολίτικες διακοπές, ανακαλύψαμε και τον εξ ΗΠΑ εισαγόμενο σοσιαλισμό για να μειώσουμε τις καταναλωτικές ενοχές μας. Βγάλαμε τα απωθημένα μας, πήραμε ψηλά τον αμανέ και ως εξελιγμένοι δώσαμε στα παιδιά τα πάντα από πολύ νωρίς: χαρτζηλίκι, παιδεία, ελευθερία. Μαζί με αυτά, τους δώσαμε και την ψευδαίσθηση μιας "ποιότητας ζωής" που ανατράπηκε παταγωδώς. Πάρε παιδί μου δώρο ένα αυτοκινητάκι (αληθινό) που τέλειωσες το Γυμνάσιο... πάρε λεφτά να βγεις απόψε... να πας διακοπές... αλλά τώρα, ζήσε με 600 ευρώ το μήνα.
Και θα ζούσε κανείς με 600 ευρώ το μήνα και θα έβαζε και πείσμα για περισσότερα, και θα πρόκοβε και ο ίδιος και ο τόπος συνολικά. Το έχουμε ξαναδεί το έργο. Αλλά δεν έχει τη γνώση να το κάνει. Και εδώ είναι ο κόμπος.
Συμπαθάτε με για τη φλυαρία και κάπου πρέπει να καταλήξω, ναι; Το θέμα λοιπόν είναι ότι με το χρήμα περνάμε καλά, δεν λέω, αλλά δεν είναι το απόλυτο μέσο. Την αλήθεια θα τη δεις κατάματα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου όπου τελειώνουν όλα και όπου δεν υπάρχει χώρος ούτε να παρκάρεις το ακριβό σου αυτοκίνητο, ούτε να φέρεις τα ντιζάιν σου, ούτε υπάρχει λόγος να φορέσεις τα σινιέ σου. Η αλήθεια δεν είναι "εκεί έξω" - είναι μέσα μας. "Εκεί έξω" είναι μια επιφανειακή, επίπλαστη πραγματικότητα εύκολα ανατρέψιμη. Έχουμε μάθει να εστιάζουμε εκεί. Όχι. Να ξαναμάθουμε να κοιτάζουμε μέσα μας, να ξεκαθαρίζουμε τις πραγματικές μας ανάγκες και να μην παρασυρόμαστε από τα φανταχτερά και τα όσα παίρνει ο άνεμος.
Συγγνώμη, δεν κάνω ηθικοπλαστικό μάθημα. Είναι αυτά που σκέπτομαι καθημερινά, όταν βλέπω πια ένα σπίτι γεμάτο με δήθεν που τίποτα δεν θα πάρω μαζί μου. Μη μας τρομάζουν λοιπόν οι κρίσεις, ο άνθρωπος είναι προσαρμοστικό ον. Η πολυτέλεια δεν μας είναι απαραίτητη. Μας είναι απαραίτητος ο εαυτός μας και μας είναι απαραίτητοι οι άλλοι - θα το διαπιστώσουμε όταν πάψουμε να τους βλέπουμε ως κομπάρσους στα βράδια μας και καθίσουμε στην πεζούλα πλάι τους.
Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010
Για τ' όνομα του Θεού, επιστρέψτε στο marketing
Εδώ και πολλά χρόνια ήταν φανερό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στο χώρο του Τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν το Χρηματιστήριο Αθηνών είχε απογειωθεί, στο χώρο εισρεύσαν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, ποσά που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να δικαιολογήσει ο όγκος της ελληνικής αγοράς. Τα χρήματα αυτά δεν επενδύθηκαν με ορθολογικό και στρατηγικό τρόπο, αλλά κατευθύνθηκαν σε άλλους τομείς, που ουδεμία σχέση είχαν με τον Τύπο. Το αποτέλεσμα ήταν η φαινομενική ανάπτυξη του κλάδου τη δεκαετία του 2000 να κρύβει μέσα της παθογένειες τις οποίες όλοι έβαζαν κάτω από το χαλί, ελπίζοντας στην...αυτορύθμισή τους. Όλα αυτά τα χρόνια ο κλάδος έγινε υπερτροφικός. Εκατοντάδες μέσα εμφανίζονταν, που λειτουργούσαν κυρίως με τα κρατικά διαφημιστικά κονδύλια, τα οποία επενδύονταν με ανορθόδοξους τρόπους. Το κράτος διεύρυνε διαρκώς τα διαφημιστικά του κονδύλια και τα μέσα αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο. Το παραμύθι όμως αυτό δεν είχε ωραίο τέλος. Η φούσκα έσκασε και γι’ αυτό δεν φταίει ούτε η κρίση, ούτε το Δ.Ν.Τ, ούτε ο συμπαθής κατά τα άλλα Πόουλ Τόμπσεν. Αργά ή γρήγορα αυτό θα συνέβαινε. Και όλα αυτά διότι τα μέσα είχαν ξεχάσει το marketing. Όπως μου έλεγε πρόσφατα Εμπορικός Διευθυντής μεγάλης κυριακάτικης εφημερίδας «η δουλειά μας ήταν 90% politics και 10% marketing». Όλα λειτουργούσαν με τον αυτόματο πιλότο. Και στα έντυπα και στην τηλεόραση. Κανείς δεν προσπάθησε να εφαρμόσει στρατηγικές marketing και όσοι το προσπάθησαν, πολύ γρήγορα απορρίφθηκαν από το σύστημα. Σήμερα λοιπόν, που η κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο, όλοι «κλαίνε» πάνω από τα ερείπια με κροκοδείλια δάκρυα, ενώ γνωρίζουν την ουσία του προβλήματος.
Σάββατο 22 Μαΐου 2010
Τα παιδιά των λουκουμιών...

Αλλά και πάλι, τα “ταπεινά” λουκούμια δεν γίνονταν κτήμα όλων των ταξιδιωτών, μιας και τα πενιχρά οικονομικά δεν επέτρεπαν πάντα τέτοιες... ακρότητες. Και τώρα;
Θα επιστρέψουμε στην εποχή των λουκουμιών; Πάνω που είχαμε καλομάθει με εκείνα τα “φρέσκα” γλυκά του ζαχαροπλαστείου; Τουλάχιστον, ας μη φτάσουμε πλήρως: γιατί τότε, αφού απολαμβάναμε και το τελευταίο λουκούμι, κρατούσαμε και το κουτί – για να εξοικομήσουμε και το κόστος αγοράς μιας “θήκης” που όλο και σε κάτι θα χρειαζόταν
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗΣ
Τρίτη 27 Απριλίου 2010
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον...

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ' , ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες, με φωνές- την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει. Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου. μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο, κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Kαληνύχτα Ελλάδα μου, γλυκιά μου πατρίδα....
Πέμπτη 15 Απριλίου 2010
Η αιρετική διανόηση έγινε φτωχότερη

«Είναι προτιμότερο να είσαι μια κραυγαλέα, μια φανταχτερή αποτυχία, παρά μια μετριοπαθής επιτυχία». Δεν ξέρω πόσοι συμφωνούν με αυτή την άποψη ή πόσοι την καταλαβαίνουν, αλλά είναι γεγονός ότι όταν την ανέφερε ο Malcolm McLaren από το βήμα του 5ου Marketing Directors’ Forum που είχε διοργανώσει το 2007 το περιοδικό Marketing Week, προκάλεσε πλήθος σχολίων από τους συνέδρους. Ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο προτέρημα του θρυλικού ιμπρεσάριου των Sex Pistols, του ανθρώπου που θεωρείται – και δικαίως – ο πρωτεργάτης του πανκ κινήματος. Είχε ένα μαγικό χάρισμα να καθηλώνει με τις απόψεις του, ακόμα και τις πλέον ακραίες. Να τις υποστηρίζει με τέτοιο τρόπο που να σε κάνει να προβληματίζεσαι για το αν η διαφωνία που έχεις με αυτές είναι τελικά σωστή ή λάθος. Ο Malcolm McLaren έφυγε από τη ζωή στις 8 Απριλίου, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην αιρετική διανόηση. Την οποία μάλιστα φρόντισε με μαεστρία να μεταλαμπαδεύσει και στον κόσμο των επιχειρήσεων. Δεν υπάρχουν σήμερα πολλοί άνθρωποι που να μην φοβούνται την αποτυχία. Που να μην διστάζουν να πουν την «αιρετική» άποψή τους και να την υποστηρίξουν με σθένος. Ο McLaren ήταν ένας από αυτούς. «Το εμπορικό κατάστημα έχει αντικαταστήσει την εκκλησία ως χώρος λατρείας στη σύγχρονη κοινωνία. Τα ψώνια και η διασκέδαση είναι πλέον έννοιες αλληλένδετες και η λέξη «shoppertainment» αποκτά βαρύνουσα σημασία στην καθημερινότητά μας». Malcolm θα μας λείψεις....
Παρασκευή 9 Απριλίου 2010
Περί Παθών, Νηστείας και Μεγάλης Εβδομάδας

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί πόνημα ενός εκλεκτού φίλου και συνοδοιπόρου, του Αποστόλη। Πραγματεύεται ένα τεράστιο ζήτημα, το οποίο κατά καιρούς μας έχει απασχολήσει όλους। Χωρίς να θέλω να προκαταβάλω, συμφωνώ απόλυτα με κάθε του λέξη। Και ευχαριστώ θερμά τον Αποστόλη που μου έδωσε την άδεια να το δημοσιεύσω
2. Στην περίοδο νηστείας, ο Χριστιανός πρέπει να περιορίζει ΟΛΑ τα πάθη του, είναι δηλαδή ένας αγώνας επιβολής του πνεύματος πάνω στο σώμα, γιατί όλα τα πάθη προέρχονται από τις υποδαυλισμένες ανάγκες του σώματος. Δεν έχει νόημα να απέχουμε από το κρέας και τα γαλακτοκομικά και την ίδια ώρα να βασανίζουμε τους αδελφούς μας, ή την οικογένειά μας, με την εγωιστική συμπεριφορά μας. Επομένως κατά τη νηστεία ο Χριστιανός πρέπει να βγάζει τον καλύτερο εαυτό του. Ο αγώνας κατά των παθών είναι ο πιο δύσκολος, γιατί ο αντίπαλος είναι ο ίδιος μας ο εαυτός, αλλά και ο πιο όμορφος! Οι Χριστιανοί ΔΕΝ κλαίνε, δεν βαρυγκομάνε για τη νηστεία τους, αλλά ούτε και την διαφημίζουν. Δεν την κρύβουν βέβαια, όταν είναι καθιερωμένη νηστεία από την Εκκλησία, γιατί αυτό δεν είναι Χριστιανικό. Όσο περισσότερο αγώνα κάνει κάποιος για να κόψει τα πάθη του, τόσο καλύτερος Χριστιανός γίνεται, επομένως τόσο περισσότερο προσεγγίζει (αγαπάει) τον Χριστό. Κι όσο περισσότερο αγαπάει τον Χριστό, τόσο περισσότερο αγαπάει και όλα τα πλάσματά Του και κυρίως τους ανθρώπους. Αυτή άλλωστε είναι η διαφορά του Χριστιανού από τους υπολοίπους: ότι ο Χριστιανός αγαπάει όχι μόνον εκείνους που τον αγαπούν, αλλά ΚΑΙ τους εχθρούς του. Οι Χριστιανοί ξέρουν ότι θα αναστηθεί ο Χριστός και δεν κάνουν ότι δεν το γνωρίζουν. Βιώνουν όμως τον πόνο Του, μέσω της νηστείας των παθών, που κάνουν. Δεν πονάνε οι ίδιοι (αλίμονο) ούτε και υπάρχει τίποτε το μαζοχιστικό επάνω τους, γιατί ο μαζοχισμός είναι δαιμονική ενέργεια. Δεν υπάρχει πείνα για τον πόνο, αλλά μόνο για τον περιορισμό των παθών τους. Υπάρχει στέρηση, ναι, αλλά αυτό απέχει πολύ από την λατρεία του πόνου. Δεν υπάρχει όλεθρος.
3. Το «ακομπλεξάριστα και λυσσαλέα δηλαδή φυσιολογικά» είναι κάτι εκτός Χριστιανισμού. Η λατρεία για τον έρωτα οδηγεί σε καταστάσεις ανεξέλεγκτες που μπορούν να φτάσουν μέχρι την καταστροφή της ψυχής. Αυτό ισχύει για οτιδήποτε λατρεύουμε. Όσο περισσότερο χώρο της καρδιάς μας διαθέτουμε για άλλα πράγματα (έρωτες, φιλοδοξίες, «πάσης φύσεως κολλήματα» κλπ) τόσο λιγότερο αφήνουμε για τον Χριστό. Κι όταν λείπει ο Χριστός…Ο έρωτας είναι πάθος και μάλιστα το ισχυρότερο όλων, γι’ αυτό είναι και το πιο δύσκολο στη διαχείρισή του. Το σωστό είναι να μπορείς να το στρέψεις μόνο προς τη γυναίκα που παντρεύτηκες. Γι’ αυτό οι δαίμονες κάνουν τα αδύνατα – δυνατά, ώστε να γιγαντώσουν αυτό το πάθος και μάλιστα προς κατεύθυνση εκτός γάμου. Αυτός είναι και ο λόγος που δύο ερωτευμένοι ενώ περνάνε καλά ως ανύπαντροι, όταν παντρευτούν αρχίζουν τα προβλήματα στη σχέση τους. Ο διάβολος δηλαδή δεν μπορεί να αντέξει ότι τους έχει χάσει από πελάτες (ως παντρεμένοι δεν αμαρτάνουν πλέον) και ξεκινάει το …σατανικό έργο του.
Τετάρτη 7 Απριλίου 2010
Δάνεια και από ευρωπαϊκές τράπεζες!

Δάνεια και κάρτες θα μπορούν σύντομα να πάρουν οι Έλληνες καταναλωτές από τράπεζες άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους ευνοϊκότερους όρους που ισχύουν στα κράτη αυτά। Έτσι, ο Έλληνας καταναλωτής θα μπορεί να συνάψει καταναλωτικό δάνειο ή να εκδώσει πιστωτική κάρτα με χαμηλότερα επιτόκια που ισχύουν σε πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ, στον βαθμό που και οι ξένες τράπεζες θα θελήσουν να εκμεταλλευθούν το άνοιγμα της ελληνικής αγοράς। Η σχετική οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται υπό διαμόρφωση αυτή την περίοδο και εξελίξεις αναμένονται τους προσεχείς μήνες.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι βάσει ενός ενιαίου εντύπου κόστους ομοειδών τραπεζικών προϊόντων το οποίο θα υπάρχει («έντυπο τυποποιημένων ευρωπαϊκών πληροφοριών καταναλωτικής πίστης» όπως ονομάζεται) ο Έλληνας καταναλωτής θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει πόσο «κοστίζει» για παράδειγμα ένα καταναλωτικό δάνειο ύψους 50.000 ευρώ, με 10ετή εξόφληση, στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο κτλ., για όλες τις χώρες της ΕΕ. Στη συνέχεια θα μπορεί μέσω internet να επιλέγει την τράπεζα της αρεσκείας του και εφόσον έχει τα εχέγγυα που απαιτεί η κοινοτική τράπεζα θα συνάπτει το δάνειο ή αντιστοίχως θα εκδίδει πιστωτική κάρτα με επιτόκιο χαμηλότερο από αυτό κάποιας ελληνικής τράπεζας. Επίσης, οι καταναλωτές θα επωφελούνται από τραπεζικά προϊόντα που δεν διατίθενται στην Ελλάδα. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, μια τέτοια εξέλιξη θα «ανοίξει» τη διαφημιστική αγορά, στο βαθμό βέβαια που κάποιες ευρωπαϊκές τράπεζες δουν ευκαιρίες στην ελληνική αγορά.