Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Dick Pound: Στα άδυτα των Ολυμπιακών Αγώνων

Ο Dick Pound, μέλος της ΔΟΕ και ιδρυτικό μέλος της WADA, αποτελεί έναν από τους πλέον ευαισθητοποιημένους διεθνείς παράγοντες σε θέματα ντόπιγκ. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις καίριες παρεμβάσεις του στα θεσμικά όργανα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, για ανάλογα ζητήματα που προέκυψαν κατά το παρελθόν, όσο και από τα ενδιαφέροντα άρθρα που έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς στον διεθνή Τύπο. Το βιβλίο του «Στα άδυτα των Ολυμπιακών Αγώνων» αποτελεί μια διεισδυτική ματιά σε αμφιλεγόμενα γεγονότα και ζητήματα ντόπιγκ που προέκυψαν τα προηγούμενα χρόνια σε Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως στο σκάνδαλο των δωροδοκιών του Σόλτ Λέικ Σίτυ, στο φιάσκο των κριτών του καλλιτεχνικού πατινάζ στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2002, στην τρομοκρατία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στη συμπεριφορά της ΔΟΕ και των αξιωματούχων της και φυσικά, στα σκάνδαλα χρήσης απαγορευμένων ουσιών από τους αθλητές, τις οποίες θεωρεί ως τη μεγαλύτερη πληγή του αθλητισμού.
Όπως είναι εύκολο να σκεφθεί κανείς, μετά τα τελευταία κρούσματα ντόπιγκ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου - τα οποία δυστυχώς αφορούσαν και Έλληνες αθλητές -, το συγκεκριμένο βιβλίο του Dick Pound είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.
Ωστόσο, εμείς θα σταθούμε σε δύο ιδιαίτερα σημαντικά κεφάλαια του βιβλίου, που αναφέρονται στις χορηγίες των μεγάλων εταιρειών και στα τηλεοπτικά δικαιώματα των Αγώνων.
Ανοίγοντας το ζήτημα των χορηγών, ο Dick Pound κάνει μια ιστορική αναδρομή στα δύσκολα πρώτα χρόνια λειτουργίας της ΔΟΕ, όταν η τελευταία δεν είχε άλλες πηγές χρηματοδότησης για τους Αγώνες, παρά μόνο τα χρήματα που πλήρωνε κάθε χώρα για τις εγκαταστάσεις και για τη διοργάνωση των αθλητικών συναντήσεων. Ο Pound αναφέρει ότι μόνο περιστασιακά γίνονταν κάποιες προσφορές από διάφορες εταιρείες της χώρας που φιλοξενούσε τους Αγώνες, καθώς και δωρεές από εύπορους πολίτες. «Μέχρι το 1980 δεν υπήρχε καμία συντονισμένη προσπάθεια να αναπτυχθεί ένας οικονομικός μοχλός υποστήριξης των Αγώνων μέσω του ιδιωτικού τομέα» αναφέρει. Επιτίθεται σφόδρα στον Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ, θεωρώντας ότι το οικονομικό μοντέλο στο οποίο βασιζόταν το ολυμπιακό κίνημα επί των ημερών της Προεδρίας του ήταν «η καλύτερη συνταγή χρεοκοπίας». Μέχρι τη δεκαετία του 1980, τα έσοδα της ΔΟΕ προέρχονταν μόνο από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, το 95% των οποίων έδιναν οι ΗΠΑ! Κατά τον Pound, η ανάπτυξη της εμπορικής πολιτικής της ΔΟΕ ξεκίνησε εξαιτίας των επιθετικών κινήσεων μεγάλων διαφημιζόμενων, όπως π.χ της Adidas, κινήσεις που σχεδίαζαν εμπνευσμένα και ικανά στελέχη. Μέσα από τις προτάσεις που δέχονταν η ΔΟΕ από διεθνείς διαφημιζόμενους, συνειδητοποίησε σιγά-σιγά τη δύναμη του προϊόντος «Ολυμπιακοί Αγώνες». Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους, παρά τα γραφειοκρατικά και πρακτικά προβλήματα που προέκυπταν κάθε τόσο. Ο Pound περιγράφει όλα όσα διαδραματίστηκαν μεταξύ της ΔΟΕ και των χορηγών από τη στιγμή που ο ίδιος αναμίχθηκε με το τμήμα marketing, με στόχο την δημιουργία ενός ενιαίου και ολοκληρωμένου ολυμπιακού προγράμματος χορηγών. Μιλά για τα προβλήματα, τις αντιδικίες, τις συγκρούσεις των ανθρώπων που χειρίζονταν το project, το οποίο στο τέλος όχι μόνο δημιουργήθηκε – με τον κωδικό TOP -, αλλά ήταν και το πλέον επιτυχημένο στην ιστορία, αφού τα έσοδα της ΔΟΕ ανήλθαν από 95 εκατ. ευρώ τη δεκαετία του 1980 σε περισσότερα από 700 εκατ. δολάρια το 2004.
Περνώντας στην ενότητα για τα τηλεοπτικά δικαιώματα, για άλλη μια φορά ο Pound ξαφνιάζει με τη σκληρή, αλλά μάλλον δίκαιη κριτική του. Κατακρίνει την επιλογή της ΔΟΕ να δώσει τη δεκαετία του 1960 την εκμετάλλευση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων σε άλλους φορείς, χωρίς να διστάζει να αποδώσει ευθύνες σε συγκεκριμένα πρόσωπα, που δεν εκτίμησαν σωστά τη δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας. Ο ίδιος, το 1983 ανέλαβε την ευθύνη της διαπραγμάτευσης των τηλεοπτικών δικαιωμάτων των Ολυμπιακών Αγώνων για λογαριασμό της ΔΟΕ, έχοντας την ευκαιρία να εφαρμόσει τη δική του πολιτική, που κατά τον ίδιο απέδωσε αμέσως, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες το 1984. Μια πολιτική όμως που πέρασε «από σαράντα κύματα» , αφού οι άνθρωποι της ΔΟΕ δεν είχαν - πάντα σύμφωνα με τον ίδιο -, ούτε τις δυνατότητες, ούτε τις γνώσεις να καταλαβαίνουν εις βάθος όλα όσα τους πρότεινε. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο κλείνει με την περιγραφή σημαντικών στιγμών διαπραγμάτευσης του Pound με εκπροσώπους τηλεοπτικών δικτύων για τα δικαιώματα των Ολυμπιακών Αγώνων. Ανέκδοτες ιστορίες και συμβάντα, εκνευρισμοί, κακές συνεννοήσεις και διαφωνίες συνθέτουν ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο του βιβλίου. Με έναν Pound που χτυπά διαρκώς «το μαχαίρι στην πληγή». Ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου.
Ο Dick Pound μιλάει ξεκάθαρα, δεν διστάζει να πει πράγματα που ενδέχεται κάποιους να ενοχλήσουν – ή και να εξοργίσουν- αλλά δίνει την εντύπωση ενός ειλικρινούς ανθρώπου που δεν έχει μάθει να αμβλύνει τις απόψεις του. Με την έννοια αυτή, το βιβλίο διαθέτει νευρώδη γραφή, διαβάζεται ευχάριστα και εύκολα και δεν κάνει «κοιλιά» σε κανένα σημείο του. Ο λόγος του Pound είναι απλός αλλά όχι απλοϊκός, μεστός και σχεδόν σκηνοθετικός: «αναγκάζει» τον αναγνώστη να πλάσει εικόνες, να φανταστεί διαλόγους και να «δει» σκηνές σα να πρόκειται για κινηματογραφική ταινία. Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Μια απλή σκέψη περί εφημερίδων...

Η διαχρονική πρόκληση πού λέγεται εφημερίδα είναι το πνευματικό αντίσωμα στην κοινωνία του «καραόκε» πολιτισμού πού επιβάλλεται από αυτούς πού νομίζουν ότι έτσι θα καθορίσουν και θα καθοδηγήσουν τον κόσμο. Έτσι όμως δεν έχουν μαζί τους την σιωπηλή πλειοψηφία των αναγνωστών κάθε ηλικίας που αντιστέκονται, επιμένουν και ελπίζουν, ως ενεργοί πολίτες.
Οι εφημερίδες απευθύνονται σε κοινότητες και όχι σε απρόσωπους αριθμούς. Υπάρχουν καλές και κακές κοινότητες. Εμείς επιλέγουμε που εντασσόμαστε, αλλά και ποιες κοινότητες διαμορφώνουμε. Πιστεύω ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα εργαλείο που να συνδέει την απήχηση του ενημερωμένου πολίτη - αναγνώστη στην κοινωνία της πληροφορίας από τον πολίτη που απλώς ακούει ή βλέπει τις ειδήσεις. Αυτό πιστεύω ότι εγγυάται την αύξηση της πνευματικής διεισδυτικότητας που αθροιστικά μεγιστοποιεί την ανταγωνιστικότητα.
Μαζί, με ένα δεύτερο εργαλείο ως «Πιστοποίηση Έγκυρης Ενημέρωσης» από εφημερίδες άποψης. Ένα εργαλείο που θα πιστοποιεί ότι αυτό που διαβάζω έχει επεξεργασθεί, έχει βασανισθεί, έχει διασταυρωθεί. Δεν αρκεί η πιστοποίηση κυκλοφορίας, χρειάζονται νέα εργαλεία στην εποχή της υπερπληροφόρησης.
Η Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών από την άλλη πλευρά, (αλλά και άλλες αντίστοιχες ενώσεις ανά τη χώρα), οφείλει να προετοιμάσει με τη συνεργασία επαγγελματιών του χώρου, σειρά εκδηλώσεων για να εμφυσήσει στους νέους τη σημασία της ανάγνωσης εφημερίδων. Να μοιράσει εφημερίδες πιλοτικά σε γυμνάσια και λύκεια, σε internet καφέ, σε γήπεδα. Προσεγγίστε κύριοι την “generation Google”. Δεν είναι μόνο τι ψάχνεις, αλλά και πως αξιολογείς αυτό που σου σερβίρει άκοπα αυτή, σε Χ sec.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ...

Τελικά μάλλον πίστευα λάθος πράγματα τόσα χρόνια. Μάλλον ζούσα σε μια μεγάλη αυταπάτη και δεν το είχα καταλάβει. Τώρα όμως, είδα το φως το αληθινό και το κατάλαβα. Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ παιδιά. Λάθος έκανα, λάθος αισθανόμουν.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί έχω να πάω 4 χρόνια στην Τούμπα, άσχετα αν έχω φτιάξει πλέον μια οικογένεια, με δύο υπέροχα παιδιά – δόξα το Θεό! – και με μια δουλειά πολύ πολύ απαιτητική, όχι για 8 ώρες την ημέρα, αλλά για 18 ώρες, ακόμα και τα σαββατοκύριακα.
Δεν είναι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί δεν συμμετείχα στις μεγάλες διαδηλώσεις στην προ Ζαγοράκη εποχή, με τα επεισόδια στη ΔΕΘ και το κυνηγητό από τα ΜΑΤ, αν και δεν έχω πλέον το δικαίωμα να εκθέτω τον εαυτό μου σε κινδύνους, αφού δύο ανήλικα παιδιά περιμένουν από εμένα να τα φροντίσω και να τα βγάλω στην κοινωνία δυνατά. Και με θέλουν δίπλα τους.
Δεν είναι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί δεν έχω πάει στις Γενικές Συνελεύσεις της ΠΑΕ. Αν και μέτοχος της ΠΑΕ με διπλάσιο ποσό από αυτό που μπορούσα θεωρητικά να δώσω.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί έχω να πατήσω στην Πυλαία, επίσης 4 χρόνια. Το αν κλαίω σε κάθε ήττα της ομάδας, αν πονάω και αν δακρύζω με την κατάντια του μπασκετικού ΠΑΟΚ δεν έχει καμία σημασία. Το αν έχω πάει στη Γενεύη το 1991 φέρνοντας το Κύπελλο Κυπελλούχων στην Ελλάδα και στη Θεσσαλονίκη, επίσης. Το ότι έχω κυνηγηθεί από γαύρους στο ΣΕΦ, όντας εντελώς μόνος, δεν έχει σημασία. Το ότι έχω φάει ξύλο από πανιώνιους στο κλειστό της Νέας Σμύρνης το 1993 δεν έχει σημασία. Ας πρόσεχα…
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί στο τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας με το γαύρο, δεν ήμουν στους ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ, αλλά στην εξέδρα των επισήμων, απλά και μόνο επειδή δεν είχα την άκρη στους συνδέσμους να βρω εισιτήριο εκεί. Και γι’ αυτό πήγα στο γήπεδο εντελώς μόνος, κλείνοντας μέσα στην ψυχή μου τη χαρά και την υπερηφάνεια μου εκείνες τις ώρες, μη θέλοντας να τις εξωτερικεύσω στους γύρω μου και προκαλέσω φασαρίες. Έκατσα ήσυχα-ήσυχα και μετά επίσης ήσυχα έφυγα για το σπίτι μου. Εκεί βέβαια, έβγαλα τη σημαία του ΠΑΟΚ στο μπαλκόνι μου και άναψα και βεγγαλικά σαν τον τρελό, και φώναζα από τη χαρά μου, μόνος μου, χωρίς να έχω δίπλα μου κανέναν ομοϊδεάτη μου να μοιραστεί τη χαρά μου. Δεν έχει όμως σημασία, δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί δεν πιστεύω ότι οι οργανωμένοι οπαδοί έχουν πάντα δίκιο.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί δεν έχω πρόβλημα αν το νέο γήπεδο δεν γίνει στην Τούμπα. Για μένα αρκεί να είναι στη Θεσσαλονίκη και να είναι απλά αντάξιο του μεγαλείου της ομάδας μας. Θα ήταν βέβαια καλύτερα να γίνει στην Τούμπα. Αλλά εάν δεν είναι εφικτό, ας μην γίνει εκεί. Για αυτή μου την άποψη, δεν αξίζει να είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί δεν «δείχνω» ΠΑΟΚ. Το ότι φοράω παοκτσίδικο βραχιολάκι, έχω μπρελόκ ΠΑΟΚ, φοράω φουτεράκια με το δικέφαλο ακόμα και στη δουλειά μου, το κινητό μου χτυπάει στον ύμνο του ΠΑΟΚ όπου κι αν βρίσκομαι, δεν έχει σημασία. Το ότι έχω γεμίσει το δωμάτιό μου και το σπίτι μου με λάβαρα, φωτογραφίες και σημαίες του ΠΑΟΚ –ακόμα και στο σαλόνι, που γκρινιάζει η γυναίκα μου – δεν έχει σημασία. Εγώ, δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί μέχρι πριν 2 χρόνια δεν είχα φίλους ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ. Και ήμουν ολομόναχος, χωρίς να μπορώ να δω ένα παιχνίδι με ομοϊδεάτες μου, να χαρώ ή να στεναχωρηθώ μαζί τους! Να τους αγκαλιάσω σε ένα γκολ, να κλάψω μαζί τους σε μια ήττα.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί δεν μένω στη Θεσσαλονίκη. Βέβαια ακούω από το internet σταθμούς της Θεσσαλονίκης και εκείνους που μιλούν για τον ΠΑΟΚ. Δεν έχει όμως σημασία.
Δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ γιατί και τα δύο μου παιδιά δεν έχουν πάει ακόμα στην Τούμπα. Άσχετα αν το δωμάτιό τους είναι ασπρόμαυρο, γεμάτο κασκόλ, σημαίες, λάβαρα και λούτρινα κουκλάκια του ΠΑΟΚ. Άσχετα αν ο γιός μου ήδη πηγαίνει με τη φανέλα του ΠΑΟΚ στο σχολείο του στην Αθήνα και έχει αρχίσει να δέχεται τα πυρά των φίλων του. Ειρωνείες, πειράγματα και άλλα ωραία. Ήδη νιώθει στο πετσί του τι σημαίνει να είσαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ στην Αθήνα. Αλλά δεν έχει σημασία, εγώ δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ…
Είναι πολύ πικρό τόσα χρόνια να ζεις μέσα στην πλάνη…
Παιδιά, δεν είμαι ΠΑΟΚΤΣΗΣ…

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

"Ο καθένας μπορεί να λέει ότι...θέλω"

Το 2004 ήταν κάτι σαν εθνικός ήρωας. Η ανέλπιστη επιτυχία της Εθνικής Ομάδας Ποδοσφαίρου να στεφθεί Πρωταθλήτρια Ευρώπης υπό την καθοδήγησή του, τον μετέτρεψε ξαφνικά σε ημίθεο, σε άνθρωπο που έδωσε όραμα και δυναμική σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν είχε. Ήταν η εποχή που ο Ρεχάγκελ έγινε...Ρεχακλής και η γερμανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία έριχνε στα πόδια του αμέτρητα χρήματα για να αναλάβει την γερμανική εθνική ομάδα ποδοσφαίρου.
Όταν κόπασε “η αντάρα η μεγάλη” από το θρίαμβο και όταν ο θρυλικός πλέον «Σάββας» της Nova…επέστρεψε στην Ελλάδα, ξεκίνησε ένας ατέλειωτος κύκλος συζητήσεων για τη φιλοσοφία του Ρεχάγκελ, για την ιδιοσυγκρασία του, για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται πρόσωπα και καταστάσεις. Τότε ήταν που η θρυλική πλέον ατάκα του, «ο καθένας μπορεί να λέει ότι...θέλω» (!), έγινε σύνθημα όχι μόνο στο χώρο του αθλητισμού, αλλά και στο χώρο των επιχειρήσεων.
Μπορεί όμως η φιλοσοφία του «ο καθένας μπορεί να λέει ότι… θέλω», να υιοθετηθεί και στο χώρο του management επιχειρήσεων; Ποια είναι η χρυσή ισορροπία για έναν manager; Σε τι βαθμό πρέπει να επηρεάζει τις αποφάσεις του η γνώμη των υπολοίπων στελεχών και πόσο μπορεί να εμπιστεύεται τη δική του διαίσθηση; Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, αφού κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, με τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ωστόσο η στάση ζωής του Ρεχάγκελ «πέρασε» σε πολλούς managers. Κάποιοι μάλιστα διαπίστωσαν ότι έκρυβαν μέσα τους έναν μικρό Ρεχάγκελ χωρίς να το γνωρίζουν. Κάποιοι από αυτούς αισθάνθηκαν...όμορφα όταν το ανακάλυψαν και κάποιοι...τρόμαξαν. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν συνταγές για την απόλυτη επιτυχία, αφού αν ήταν έτσι, κανείς δεν θα διέπραττε λάθη. Οι εταιρείες θα έκαναν επιτυχημένες κινήσεις, όλα τα προϊόντα θα ήταν καλά, όλοι οι managers θα ήταν κορυφαίοι, όλες οι επιχειρήσεις θα ήταν κερδοφόρες. Πολύ ωραίο για να είναι αληθινό...
Τότε τι μπορεί να «κρατήσει» κανείς από μια τόσο «αιρετική» άποψη; Μα φυσικά την προσωπική αναζήτηση του ποσοστού ισορροπίας των δύο αυτών απόψεων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι και εκείνο που κρίνει την επιτυχία του έργου ενός manager.
Γιατί η αλήθεια, βρίσκεται κάπου στη μέση. Θα έλεγα μάλιστα, ότι σε κάθε πρόβλημα, σε κάθε γεγονός, σε κάθε ζήτημα, η απάντηση δεν είναι στο μαύρο ή στο άσπρο. Στο ναι ή στο όχι. Στο πρέπει ή στο δεν πρέπει. Αλλά κάπου ενδιάμεσα. Το ίδιο και στη διοίκηση επιχειρήσεων. Από τη μια, δεν μπορεί ο manager να αγνοεί τις απόψεις, τις προτάσεις και τους προβληματισμούς των υφισταμένων του, αφού δεν εργάζεται μόνος του σε μια επιχείρηση, και από την άλλη δεν γίνεται να πορεύεται διαρκώς μόνο με τη δική του αίσθηση των πραγμάτων. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις σε επίπεδο ανώτατης και ανώτερης διοίκησης μεγάλων επιχειρήσεων προήλθαν ακριβώς επειδή οι εμπλεκόμενοι δεν κατάφεραν να βρουν την χρυσή ισορροπία αυτού του προβληματισμού. Δεν πέτυχαν τη σωστή χημεία που είναι βασικό προαπαιτούμενο της ομαλής διοίκησης μιας εταιρείας.
Από την άλλη πλευρά, το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για ένα manager να βρει αυτή την ισορροπία εξαρτάται από τις γνώσεις του, το χαρακτήρα του, τα προσωπικά βιώματα, τη διορατικότητά του, την προσαρμόστικότητά του, τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται και να αποκωδικοποιεί άμεσα και σωστά τα μηνύματα που λαμβάνει. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια επίπονη και πολλές φορές επώδυνη διαδικασία. Όποιος την φέρει επιτυχώς εις πέρας όμως είναι και ο νικητής. Και αυτό που λέμε «καλός manager».
Αυτές είναι κάποιες απλές αλλά ουσιαστικές σκέψεις που κάνω αυτές τις μέρες, με αφορμή την οικονομική κρίση και τον τρόπο αντιμετώπισής της από τους managers..

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Χημεία και Τέρατα - Volume 1

«Ποτέ ένας άνδρας δεν αισθάνεται έτοιμος να γίνει πατέρας ή να κάνει έναν γάμο. Απλώς, κάποια στιγμή μας συμβαίνει». Τάδε έφη Αντώνης Ρέμος. Να και μια φορά που συμφωνώ με τον Πρόεδρο του Ηρακλέως. Παθός και μαθός βλέπεις…

Ευκαιρία δεν χάνουν ορισμένοι να ρίχνουν λάσπη σε κάθε τι που αφορά στον ΠΑΟΚ. Την μια λένε ότι ο Χούτος αρπάχτηκε με τον Σάντος στην πρώτη κιόλας προπόνηση, την άλλη ότι ο Μουσλίμοβιτς μετά την ήττα από τον ΠΑΟ εθεάθη στα μπουζούκια με αιθέρια ύπαρξη, την άλλη ότι υπάρχει πρόβλημα με τον Κοντρέρας και άλλα ωραία. Κοιτάξτε την καμπούρα σας θα έλεγα εγώ κι αφήστε τον ΠΑΟΚ.

1,5 εκατομμύριο ευρώ πήρε ο γνωστός παρουσιαστής ως αμοιβή για τη συμμετοχή του στη διαφημιστική καμπάνια γνωστής αλυσίδας ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών. Και μετά σου λέει κρίση. Η κρίση αδέλφια είναι για τους κοινούς θνητούς, όχι για τους…ημίθεους. Τα κακά της ελεύθερης αγοράς…

Η εποχή μας δεν ενδείκνυται για προσωπολατρείες, αυτό είναι γνωστό και το φωνάζουμε συνεχώς αυτό κι εμείς στο paokmania. Ωστόσο υπάρχουν και κάποια πράγματα που σε πικραίνουν. Ένα τέτοιο είναι η «αποκαθήλωση» του χρυσού ολυμπιονίκη Michael Phelps, ο οποίος «συνελήφθη» από το φωτογραφικό φακό της βρετανικής ταμπλόιντ, "News of the World" να καπνίζει μαριχουάνα. Ο Phelps αποτελούσε υπόδειγμα αθλητού και παράδειγμα για πολλά παιδιά που ασχολούνται με τον αθλητισμό. Δυστυχώς όμως κι αυτός ακολούθησε την… πεπατημένη (ναι, πεπατημένη θεωρείται πλέον), προχωρώντας σε καταχρήσεις. Κι επειδή όλα έχουν το τίμημά τους, μόλις έγινε γνωστό το θέμα, πολλοί χορηγοί του Phelps, όπως η Kellog’s, ακύρωσαν τα διαφημιστικά συμβόλαια μαζί του μη θέλοντας να συνδέσουν το όνομά τους με τέτοια φαινόμενα. Κρίμα…

Τέλος εποχής για τον Μίνωα Κυριακού, αφού δεν είναι πλέον Πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής. Όπως είναι γνωστό νέος Πρόεδρος της ΕΟΕ είναι ο Σπύρος Καπράλος. Τώρα να σας πω ότι η θητεία του Κυριακού ήταν επιτυχημένη, ψέματα θα είναι. Ας ελπίσουμε ότι ο Καπράλος θα φέρει κάτι διαφορετικό στον ελληνικό αθλητισμό.

«Ο καθένας μπορεί να λέει ότι…θέλω». Μήπως θυμάστε σε ποιόν ανήκει το παραπάνω ιστορικό πλέον απόφθεγμα; Μα στον Όττο Ρεχάγκελ, τον αρχιτέκτονα του τσούκου-τσούκου μπολ. Κάτι τέτοιο είπε την προηγούμενη Κυριακή στο ΟΑΚΑ, στο παιχνίδι του Παναθηναϊκού με την ομάδα μας και κάποιοι τον κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό….

Ο Φελίπε Σκολάρι είναι πλέον ελεύθερος από την Τσέλσι. Θοδωρή δεν κανονίζεις κανένα κονέ γιατί σε κάποιους ο Σάντος «πέφτει» λίγος;

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες, ο Δημήτρης Δρόσος σκέφτεται να αναλάβει το χρόνου άλλη ομάδα μπάσκετ της Α1 που έχει κίτρινο χρώμα και εδρεύει στη Βόρεια Ελλάδα. Παράγοντες της ΚΑΕ ΠΑΟΚ τον επισκέφθηκαν στο ιδιόκτητο νησί του στην Καραϊβική, στο οποίο αναρρώνει, και του εξέφρασαν την αμέριστη υποστήριξή τους στα νέα του σχέδια. Υπάρχουν ακόμα ομάδες για κατεδάφιση. Η επόμενη ας είναι αυτή που…λατρεύουμε περισσότερο εμείς οι ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ!

Οι ίδιοι παράγοντες της ΚΑΕ ΠΑΟΚ άμα τη επιστροφή τους από το νησί του Δρόσου, ήρθαν σε επαφή με τον Πέτζα Στογιάκοβιτς προτείνοντάς του να αναλάβει τα ηνία της ομάδας. Η απάντησή του αφοπλιστική «Αν δεν είναι στο διοικητικό συμβούλιο ο Πανελούδης, ο Μπατατούδης, ο Γούμενος και ο Παγώνης εγώ δεν αναλαμβάνω». Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε αγώνας δρόμου των παραγόντων της ομάδας μας να πείσουν τους παραπάνω κορυφαίους παράγοντες του ΠΑΟΚ να επιστρέψουν στην ομάδα, η οποία μαζί τους θα διεκδικήσει από την επόμενη κιόλας χρονιά το Πρωτάθλημα Ευρώπης. Αναμένουμε με αγωνία την εξέλιξη!

54 ποδοσφαιριστές απέκτησαν τη μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου οι ομάδες της Super League. Από αυτούς μόλις 9 ήταν Έλληνες. Σάντος την επόμενη αγωνιστική θέλω στην 11άδα Γλύκο, Ηλιάδη, Μπαλάφα, Αραμπατζή, Αναστασάκο, Δάρλα, Κωνσταντινίδη, Γεωργίου, Βαγγελή, Λάκη, Αθανασιάδη, Χούτο. Να δώσουμε εμείς το καλό παράδειγμα! Και επειδή αυτοί είναι 12, κράτα έξω τον…Μπαλάφα. Για να μην λένε μερικοί μερικοί ότι κάνω διακρίσεις!

Η ατάκα της εβδομάδας: «Είναι τραγικοί αυτοί που χτυπάνε ένα πεθαμένο…πτώμα». Ο Κώστας Πρέκας ανέλαβε να γράψει τη νέα ελληνική γλώσσα…

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Το Κάποτε που το ‘λεγαν Ζωή

Kάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο.

Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα.

Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας. Τώρα τα λέμε μέσω MSN και Skype.

Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.

Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες. Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.

Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά. Σήμερα το λέμε και με SMS.

Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι. Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ… 3000 κυβικών.

Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια. Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο.

Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και ήμασταν ευτυχισμένοι. Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα…

Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό. Σήμερα μας το λέει ο navigator.

Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και…αρρωσταίνουμε.

Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας. Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός.

Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα δεν πάμε γιατί είναι...μπανάλ. Και γιατί οι παπάδες γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες.

Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε. Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα.

Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ…

Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι μαλακία.

Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη. Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα.

Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σήμερα μας ξεκουφαίνει ο…Μακρόπουλος.

Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδούν με τον κώλο.

Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη. Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου.

Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν…τους κακούς.

Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με τον κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψυθιρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό. Και ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ.

Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος». Σήμερα λέμε «Αυτός φταίει»…

Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσατιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.

Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας. Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.

Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι! Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.

Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό. Σήμερα…μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια του Κολωνακίου.

Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος.

Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας. Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.

Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους. Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.

Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.

Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα….

Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν Ζωή….

Ζωή…Zωούλα....μ’ ακούς; Μου λείπεις....

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

ΠΑΟΚ γεννήθηκες μεγάλος και πρέπει να μείνεις....

Όταν τελείωσε πέρσι το πρωτάθλημα της Α1 είπαμε όλοι μας ότι θα κάνουμε ότι μπορούμε για να μην ζήσουμε τα δεινά που όλοι θυμόμαστε και -ελπίζω- δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ο ερχομός του Δρόσου μας γέμισε ελπίδες, που γρήγορα αποδείχθηκαν φρούδες. Οι δηλώσεις ότι πάμε για Ευρωλίγκα και άλλα ωραία έκαναν κακό, αφού δημιούργησαν μεγάλες προσδοκίες. Που έμειναν απλά προσδοκίες. Γρήγορα απεδείχθη ότι ο Δρόσος ήθελε αποτελέσματα εδώ και τώρα. Η πρώτη κρίση ήρθε όταν ήθελε να διώξει τον Πεδουλάκη΄Ηταν για μένα η επιβεβαίωση ότι τα χειρότερα ήταν μπροστά μας. Οφείλω να πω ότι πίστεψα στο Δρόσο, τον ήθελα στην ομάδα όταν κανένας δεν εμφανίζονταν, αλλά δεν μπορούσα να ξέρω καλά το χαρακτήρα του. Τώρα ξέρω. Αυτή τη στιγμή είναι με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω. Πρέπει να απεγκλώβίσει τον ΠΑΟΚ. Είτε να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του, είτε να αποχωρήσει τελείως. Φυσικά και δεν παραγνωρίζουμε το σοβαρό πρόβλημα υγείας του Δρόσου, για τον οποίο ευχόμαστε τα καλύτερα! Να γυρίσει γρήγορα στις δουλειές του γερός και δυνατός. Και αν μπορεί να κάνει επί της ουσίας ανταγωνιστικό τον ΠΑΟΚ να το κάνει. Θα τον στηρίξουμε. Διαφορετικά να διευκολύνει την επόμενη ημέρα. Αυτή τη στιγμή κανείς άλλος δεν παίρνει πρωτοβουλίες για την ομάδα, απλά γιατί δεν ξέρει εάν ο Δρόσος είναι παρών ή όχι! Κάθε ημέρα που περνάει δυσχεραίνει την κατάσταση. Λύση εδώ και τώρα! Όχι βέβαια πως αν δηλώσει ότι φεύγει θα γίνει ουρά από ενδιαφερόμενους, απλά θα ξέρουμε πλέον ότι όλα εξαρτώνται από τους ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ. Θα αρχίσουν οι ζυμώσεις, οι τσακωμοί, τα μπινελίκια στις Γ.Σ, αλλά κάτι θα γίνει. Τώρα δεν γίνεται τίποτα. Ελπίζω να μην προλαβαίνουμε να πέσουμε...Αν κι αυτό ίσως να έκανε και καλό στον καρκίνο που μας τρώει τόσα χρόνια. Η συνέχεια; Ο κόσμος και πάλι ο κόσμος. Και μόνο ο κόσμος! Ο κόσμος του ΠΑΟΚ. Αυτός ο υπέροχος λαός που κάθε μέρα ματώνει για τούτη την ομάδα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ψυχολογικά και οικονομικά. Μόνο που ο κόσμος δεν φτάνει για δούμε επιτέλους μια ανταγωνιστική ομάδα! Χρειάζονται επενδυτές! Αφήστε για λίγο τον Λίνο και τον Σορλέν και σκύψτε πάνω απο τούτη την ομάδα που μας έκανε περήφανους σε όλη την Ευρώπη! Που μας έκανε να κλάψουμε από χαρά και συγκίνηση την προηγούμενη δεκαετία! Για τα δυνατά συναισθήματα που μας έδωσε δεν αξίζει την προσοχή μας και την αγάπη μας; Δεν αξίζει ένα απόγευμα στο Παλατάκι; Το ποδόσφαιρο βρίσκει σιγά σιγά το δρόμο του! Διοίκηση, παίκτες, προπονητές και -φυσικά - ο κόσμος θα το στείλουν στην κορυφή. Βλέπετε στο ποδόσφαιρο βρέθηκε ο Ζαγοράκης, βάλσαμο στις πληγές μας,, σάρκα από τη σάρκα μας. Και μας έδωσε όραμα, ελπίδα, περηφάνεια. Το μπάσκετ αναζητά ακόμα το δικό του Μεσσία. Όχι τόσο στο να βάλει χρήματα - άλλωστε ούτε ο Ζαγόράκης έβαλε -, αλλά στο να δώσει όραμα στη μεγαλύτερη ομάδα του κόσμου. Στον ΠΑΟΚ μας... Κι όσο αυτός ο Μεσσίας δεν βρίσκεται, το ρόλο αυτό καλούμαστε να τον διαδραματίσουμε εμείς! Με όποιο τρόπο μπορεί ο καθένας! Ο ΠΑΟΚ ΜΑΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ!